top of page

Technopolis dans la machine du temps

 

 

Ces dernières années, le quartier de Gazi est devenu l’un des lieux favoris de ceux qui aiment la vie urbaine et ses paysages. C’est un quartier historique presqu’au pied de l’Acropole, parmi les plus vieux et les plus densément peuplés de la ville – où, entre les récents immeubles modernes, on peut tomber sur des petites maisons sur cour d’un autre temps, comme si l’on se promenait dans l’Athènes des années 60, 70 et même 80, quand juste à côté d’elles tournait encore l’usine à gaz. 

L’usine a été mise en service en 1857 et a couvert les besoins énergétiques de la capitale jusqu’en 1985, date à laquelle on s’est tourné vers de nouveaux moyens de production, plus rentables et plus écologiques.

C’est aujourd’hui la seule usine à gaz qui ait été préservée en Grèce et l’une des rares en Europe.

Ses bâtiments abritent dorénavant la « ville des arts », « Technopolis » et depuis un an le musée consacré à l’industrie du gaz. En matière de vie culturelle, Technopolis est aujourd’hui une référence à Athènes : expositions, ateliers pour enfants, concerts, manifestations culturelles en tout genre y ont lieu et constituent un pôle d’attraction pour tous les âges.

C’est un quartier qui attire autant les touristes que les natifs. Rien n’est comparable, en buvant un café où en s’attardant devant un verre, avec la sensation éprouvée devant  l’Acropole qui se dessine, derrière les anciennes citernes, tout en se sentant intensément au cœur de la ville moderne.

Ici, tout nous rappelle que demain est tissé d’hier.

 

Témoignages :

 

C’était comme une ville…

 

Témoignage de Mina, qui a pu visiter l’usine à gaz quand elle fonctionnait encore.

 

Dans les années 60 et pour une bonne part encore de la décennie suivante, dans la plupart des quartiers d’Athènes, le chauffage était inexistant. Quelques poêles à bois, réchauds à gaz et braseros réchauffaient pour quelques heures les maisons.

Notre famille avait le privilège de disposer d’un poêle à charbon parce que mon père travaillait au φωταέριο, l’usine à gaz , et l’usine offrait le chauffage au charbon à ses ouvriers.

C’est ainsi que j’ai appris, dès mon plus jeune âge, l’existence de l’usine où travaillait mon père –et aussi parce qu’à chaque Noël et à chaque Pâques, il y avait une fête et l’on distribuait des cadeaux aux enfants des ouvriers.

Un hiver, alors que nous étions rassemblés autour du poêle et que nous demandions à notre père de raconter « comment c’était à l’usine à gaz », il a décidé de nous y emmener pour que l’on voie par nous-mêmes.

Et ainsi je me suis retrouvée, encore une petite fille, avec mes sœurs, à la porte de l’usine. J’ai devant moi, vivante, l’usine vue de l’extérieur tandis que nous approchions d’un bâtiment de pierre oblong, avec un toit ondulé et des cheminées de pierre géantes. Quand nous sommes entrés à l’intérieur, c’était comme une ville avec des immeubles et des gens et, ce qui reste inoubliable, c’est la frayeur que j’ai ressentie quand nous nous sommes approchés des cheminées qui, vues de près, paraissaient de gigantesques bâtiments. Dans leurs profondeurs, il y avait une multitude de fours devant lesquels stationnait un wagon de grande taille rempli de charbon et les hommes, à coups de pelles, le jetaient dans les fours. Tel était le travail de mon père, il était « chauffeur ».

Quand, après bien des années, on a transformé ces lieux tels qu’ils sont aujourd’hui, et que je les ai de nouveau visités, je me suis arrêtée devant « la cheminée de mon père », j’ai fermé les yeux pour rappeler le « Γκάζι » de mes souvenirs d’enfance et la cheminée s’est dressée, inchangée devant moi !

 

Mina S.

 

Les contrastes règnent…

 

J’ai emménagé à Gazi en 1982 avec mes parents. J’avais alors 3 ans. Je ne me souviens pas, enfant, avoir connu d’autre quartier. Mon père y avait un terrain qu’il tenait de ses parents et puisque la vieille bâtisse en torchis tombait en ruine, on a construit notre maison.

 

Le quartier était alors habité par des familles aux revenus très modestes et des tziganes d’origine turque. Encore aujourd’hui, c’est un élément vivant dans le quartier.

 

En 2002, le quartier a souffert des travaux du métro. Le métro fini a fait revivre le quartier  mais jusqu’à son achèvement, il l’a encore dégradé, puisqu’aux habitations de fortune misérables, aux gaz d’échappement et aux lignes sales du train s’ajoutait la boue des travaux et les structures métalliques qui délimitaient le chantier  et condamnaient l’entrée de trois parcs et du stade. 

 

En 2007, la station de métro ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ (céramique) a été inaugurée et on a terminé la rénovation de la place. Ainsi, aujourd’hui, mon quartier est un point de rendez-vous très fréquenté par les jeunes avec beaucoup de boîtes de nuit, des lieux musicaux et des scènes de  théâtre. Les contrastes règnent, puisque, bien sûr, les vieilles maisons en terre n’ont pas disparues mais elles semblent encore plus vieilles et détonnent à côté de ces nouveaux espaces clinquants.

 

Quelques mètres suffisent pour voir que le vieux quartier de mon enfance est toujours là, mais c’est comme si la place s’était mise sur son trente et un. 

 

Constantinos C.

 

Écrit par Katerina Siani  20/2/2014

Traduit par Joëlle Cantin

Η Τεχνόπολη στη μηχανή του χρόνου

 

Για όσους αγαπούν τη ζωή στην πόλη και το αστικό τοπίο, το Γκάζι έχει γίνει τα τελευταία χρόνια αγαπημένο στέκι. Είναι μία ιστορική συνοικία, κάτω σχεδόν από την Ακρόπολη, από τις πιο παλιές και πυκνοκατοικημένες γειτονιές της Αθήνας, όπου ακόμα συναντάς, ανάμεσα στις νέες και μοντέρνες πολυκατοικίες, παλιά σπιτάκια με τις αυλές τους, σα να κάνεις βόλτα στην Αθήνα του 60, του 70 και του 80 όταν ακόμα δίπλα τους υπήρχε το εργοστάσιο του φωταερίου.

Το  εργοστάσιο ξεκίνησε να λειτουργεί στο Γκάζι το 1857 και κάλυπτε τις ενεργειακές ανάγκες της πρωτεύουσας μέχρι και το 1985 όπου και αναζητήθηκαν νέοι, πιο αποδοτικοί και οικολογικοί τρόποι παραγωγής ενέργειας. Σήμερα είναι το μόνο σωζόμενο εργοστάσιο φωταερίου στην Ελλάδα και ένα από τα λίγα στην Ευρώπη. Στις εγκαταστάσεις του στεγάζεται η Τεχνόπολη και εδώ και έναν χρόνο το Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου. Η τεχνόπολη αποτελεί τα τελευταία χρόνια σημείο αναφοράς της πολιτιστικής ζωής της πόλης. Εκθέσεις, παιδικά εργαστήρια, συναυλίες, πολιτιστικά δρώμενα κάθε είδους λαμβάνουν χώρα και αποτελούν πόλο έλξης για όλες τις ηλικίες.

Είναι μία συνοικία που έλκει τους ντόπιους όσο και τους τουρίστες. Τίποτα δε συγκρίνεται με την αίσθηση του να πίνεις τον καφέ σου ή το ποτό σου βλέποντας την Ακρόπολη να ξεπροβάλλει πίσω από τις άλλοτε δεξαμενές (αεριοφυλάκια) και ταυτόχρονα να νιώθεις ότι είσαι στην καρδιά της σύγχρονης Αθήνας.

Εδώ νιώθεις πάντα ότι το αύριο είναι άρρηκτα συνυφασμένο με το χθες…

 

Μαρτυρίες:

 

Ήταν σαν μία πόλη…

Την δεκαετία του εξήντα και μεγάλο μέρος της επόμενης δεκαετίας, η θέρμανση στις γειτονιές της Αθηνάς ήταν ανύπαρκτη, λίγες ξυλόσομπες, γκαζιέρες και μαγκάλια είχαν τα σπίτια για να ζεσταθούν λίγες ώρες . Εμείς ως οικογένεια είχαμε το προνόμιο να ζεσταινόμαστε όλη μέρα με σόμπα με κάρβουνο ( ΚΩΚ ) γιατί ο πατέρας μου δούλευε στο φωταέριο ( Γκάζι ) και το προμηθευόμαστε ως δώρο της εταιρίας προς τους εργαζομένους. Έτσι έμαθα κι εγώ, σαν παιδάκι, την ύπαρξη του εργοστασίου που δούλευε ο πατέρας μου. Και από το γεγονός ότι κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα έκανε εκδήλωση και μοίραζε δώρα στα παιδιά των εργατών.  Κάποιον χειμώνα, λοιπόν, που ήμασταν μαζεμένοι γύρω από τη σόμπα και ρωτούσαμε τον πατερά μας πως είναι το εργοστάσιο, εκείνος αποφάσισε να μας πάει να το δούμε. Κι έτσι, βρέθηκα, μικρή ακόμα, με τις αδελφές μου, στην πόρτα του φωταερίου. Έχω ακόμα ζωντανή στη μνήμη μου την εικόνα του απ’ έξω καθώς πλησιάζαμε, ένα μακρόστενο κτήριο, πέτρινο με κυματιστή σκεπή, και τεράστιες καμινάδες πέτρινες. Όταν μπήκαμε μέσα ήταν σαν μια πόλη με κτήρια και κόσμο, αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ, ήταν το δέος που ένιωσα όταν πλησιάσαμε στις καμινάδες που από κοντά  ήταν σαν τεράστια κτήρια και στη βάση τους είχαν πολλούς φούρνους όπου μπροστά τους στάθμευε ένα πολύ μεγάλο καρότσι γεμάτο κάρβουνο και οι άνθρωποι με φτυάρια το έριχναν στην φωτιά . Αυτή τη δουλειά έκανε κι ο πατέρας μου, θερμαστής ήταν …

Όταν πια μετά από πολλά χρόνια διαμορφώθηκε ο χώρος όπως είναι σήμερα και τον επισκέφτηκα στάθηκα μπροστά σε εκείνη την καμινάδα που ήταν του μπαμπά μου, έκλεισα τα μάτια μου και ξαναθυμήθηκα το γκάζι των παιδικών μου αναμνήσεων, κοιτούσα την καμινάδα και την έβλεπα αναμμένη!!!

 

Μίνα Σ.

 

Κυριαρχούν οι αντιθέσεις…

Μετακόμισα στο Γκάζι το 1982 με τους γονείς μου. Ήμουν τότε 3 ετών. Δε θυμάμαι σαν παιδί άλλη γειτονιά. Ο πατέρας μου είχε εκεί οικόπεδο από τους γονείς του και αφού γκρεμίστηκε το παλιό πλίθινο οικοδόμημα, έχτισε το σπίτι μας.

Η περιοχή τότε κατοικούνταν από οικογένειες χαμηλού εισοδήματος αλλά και από Τούρκους αθίγγανους. Ακόμα και σήμερα το στοιχείο αυτό είναι έντονο στην περιοχή.

Το 2002 η περιοχή υποβαθμίστηκε ακόμα περισσότερο, αφού άρχισαν τα έργα του μετρό. Το μετρό με την ολοκλήρωσή του θα αναβάθμιζε την περιοχή, αλλά μέχρι να κατασκευαστεί, την υποβάθμισε περαιτέρω, αφού στα χαμόσπιτα, στο καυσαέριο και στις βρώμικες γραμμές του τρένου, προστέθηκαν οι λάσπες των έργων και τα τσίγκινα διαχωριστικά στα τρία πάρκα της περιοχής καταργώντας τα μαζί με τα γήπεδα.

 Το 2007 εγκαινιάστηκε ο σταθμός του μετρό ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ και ολοκληρώθηκε η ανάπλαση της πλατείας. Έτσι, σήμερα, η γειτονιά μου είναι πολυσύχναστο στέκι νεολαίας με πολλά μπαράκια, μουσικές σκηνές και θέατρα. Κυριαρχούν οι αντιθέσεις, αφού, βέβαια, τα παλιά χαμόσπιτα δεν εξαφανίστηκαν, αλλά φαίνονται ακόμα πιο παλιά και γραφικά δίπλα στα γυαλιστερά lofts.

Δε θέλει περισσότερο από μερικά μέτρα για να δει κανείς ότι η παλιά γειτονιά μου είναι ακόμα εκεί,  απλά, είναι σαν η πλατεία να έχει φορέσει τα καλά της.

 

Κωνσταντίνος Χ.

 

 

 

Κατερίνα Σιάνη  20/2/2014

 

 

 

Un magazine franco-grec / Ένα γαλλοελληνικό περιοδικό

Clique, lis, écoute / Κλίκαρε, διάβασε, άκουσε

bottom of page